Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Η Ιστορία Ενός Αντάρτη - Χρήστος Παπαδόπουλος

Όνομαζομαι Χρήστος Παπαδόπουλος, του Χαρίτου και της Χρυσής, γεννηθηκα στην Κιβωτό στις 15 Αυγούστου του 1928, κατάγομαι απο αγροτική οικογένεια. Πήγα στο δημοτικό σχολείο μέχρι το 1940, το σταμάτησα υποχρεωτικά αφού έγινε ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Μετά τον ερχομό της Ιταλίας στην Ελλάδα το 1940, άρχισε η εθνική αντίσταση ενάντια στους Ιταλούς, στους Γερμανούς, στους Βουλγάρους.





Το 1943 εντάχθηκα εθελοντικά στην ΕΠΟΝ, μέσα απο αυτή την οργάνωση βοηθούσαμε τον Ελλάς κατά των εχθρών, όταν πιάσανε τους 603, δηλαδή ολόκληρο το τάγμα οι Ελλασίτες στον φαρδίκαμπο της Σιάτιστας βοηθούσαμε πηγαίνοντας τρόφιμα και πολεμοφόδια στους Ελλασίτες. Όταν έγινε η συμφωνία της Βάρκιζας το 1944 συμφωνήσανε το Ελλάς, το Εδές και άλλες οργανώσεις να γίνουν ελεύθερες εκλογές.

Μετά την συμφωνία αυτή οι ντόπιοι της παρακρατικής οργάνωσης μαζί με τους Άγγλους, όσοι ήμασταν στην ΕΠΟΝ μας κυνηγούσαν και μας βασάνιζαν, έτσι πολλοί βγήκανε στο βουνό για να γλυτώσουνε απο όλα αυτά τα βασανιστήρια.



Το 1947 η αστυνομία μετέφερε εμένα και τον υπεύθυνο της ΕΠΟΝ στον Αι Γιώργη και αφού μας ξυλοκόπησαν μας άφησαν ελεύθερους, μου ζητούσαν να παραδώσω ένα πολυβόλο και ένα πιστόλι το οποίο δεν είχα και έτσι αναγκάστικα να φύγω στην βέροια, κοντά σε άλλους καταδιωκόμενους, εκεί μας κυνηγούσαν σαν παράνομους και έπειτα αναγκάστικα να ξανά επιστρέψω  στην Κιβωτό.

Γύρω στα 200 μέτρα έξω απο το χωριό είχα κάνει ένα αμπέλι, αφού με πρόδωσε ένας χωριανός μου και με πιάσανε με έδειραν και αναγκάστηκα να γίνω αντάρτης.



Το 1948 πήγα στους αντάρτες, με στείλανε για εκπαίδευση στους ομαδικούς όλμους των 85 χιλιοστών, εκεί εκπαιδεύτηκα περίπου ένα μήνα, μετά άρχισαν οι εκκαθαριστικές επιχειρίσεις στον Γράμμο. Το στοιχείο που ήμουν πήραμε διαταγή για να πάμε στην πρώτη γραμμή όμως καθίσαμε μια βραδιά και απο εκεί φύγαμε και πήγαμε στον Χάρο, στην Κοτύλη όλο το τάγμα μας, εκεί πέρα πολεμούσα 55 περίπου ημέρες ενάντια στον Ελληνικό στρατό ώς αντάρτης.


Στις 20 Αυγούστου του 1948 με τον ελιγμό του Ελληνικού στρατού απο τον Γράμμο στο Βίτσι τραυματίστηκα στην οροσειρά της Κοτύλης απο  βλήμα πυροβολικού στο δεξί μου πόδι πάνω, καθώς πήγαινα να ζητήσω απο την ταξιαρχία μας βλήματα, έτσι μπήκα στην Αλβανία, εκεί οι βαριά τραυματίες μεταφερθήκαμε στην Κορυτσά και απο εκεί μας πήγαν στο Δυράχειο στο Σούκ.


Μετά απο ένα μήνα μαζί με άλλους τραυματίες αφού γιατρευτήκαμε αλλα όχι πλήρως ήρθαμε στην Πρέσπα. Έπειτα πήγαμε στα τμήματα και εκεί στάλθηκα στο Δενδροχώρι στην σχολή Υπαξιωματικών και μετά 2 μήνες επέστρεψα στο τμήμα μου, εκεί ανέλαβα μία ομάδα 15 ατόμων, όλοι είχαμε τον κανονικό οπλισμό μας εξαιρουμενων 2 οι οποίοι είχαν τα Γερμανικά μυδράλια.

Καθίσαμε στα υψώματα του Δενδροχωρίου εκεί όπου είχα και διάταξη, δώσαμε μάχη στου "Γιάννη το κεφάλι", στο δασωμένο ύψωμα, εκεί πιάσαμε 18-20 αιχμαλώτους και τους μεταφέραμε στο τάγμα μας.



Τέσσερις μήνες μετά ήρθαμε στο Μπάψωφ στο ύψωμα στο Βίτσι, εκεί είχαμε διάταξη μετέπειτα, διατάχθηκε άλλο τμήμα να έρθει στην θέση μας και εμείς πήγαμε να χτυπήσουμε την Φλώρινα, σε ένα ύψωμα για να το καταλάβουμε, δεν μπορέσαμε και οπισθωχορησαμε διότι ο Ελληνικός στρατός ήταν πιο οργανωμένο στα χαρακώματα και είχε το πλεονέκτημα του αμυντικού.

Απευθείας το βράδυ με την αποτυχία μας επιστρέψαμε στην βάση μας στην Κότα, εκεί που ήταν η μεραρχία και η ταξιαρχία μας, εκεί εκπαιδευτήκαμε με ασκήσεις μάχης.


Μετά απο 1 μήνα πήγαμε στον Γράμμο να τον καταλάβουμε ξανά, τα καταφέραμε επιτυχώς και το τμήμα μας χτυπούσε την Όρλα, το ύψωμα, εκεί τραυματίστηκα βαριά απο βαρύ πολυβόλο Braum Ink στην ωμοπλάτη, έτσι και μεταφέρθηκα στους Χιονιάδες, το χωριό και απο εκεί στην Κορυτσά και απο εκεί ξανά πίσω στο Δυράχειο στο Σούκ, πέρα απο εκεί διαλύθηκε και η ομάδα μου λόγω της νοσηλείας μου.


Μετά απο ένα μήνα ήρθε η επιτροπή νοσηλείας και με έβγαλαν για την σχολή αξιωματικών όταν θα επέστρεφα στο Βίτσι άλλα δεν μπόρεσα διότι ο Ελληνικός στρατός άρχισε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Βίτσι και μετά μια εβδομάδα περίπου το κατέλαβαν, συνέχισαν για να καταλάβουν και τον Γράμμο, τον κατέλαβαν και αυτόν, έτσι οι αντάρτες πέρασαν όλοι στην Αλβανία.

Ύστερα δυο μήνες άλλοι πήγαν στην Πολωνία, άλλοι στην Ουγγαρία, άλλοι στην Τσεχοσλοβακακία κ.α, αλλα οι περισσότεροι πήγαν στην Τασκένδη όπου πήγα και εγώ, ο λόγος φυγής ανταρτών ήταν επειδή δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα έπειτα τον πόλεμο που είχαμε με τον Ελληνικό στρατό.


Στην Τασκένδη εργαζόμουν στις οικοδομές ώς μάστορας, με το δικό μου συνεργείο, παράλληλα πήγαινα στο δεκατάξιο σχολείο τα βράδια για να πάρω παραπάνω γνώσεις. Έπειτα το υπουργείο συγκοινωνιών με έστειλε στο πολυτεχνίο για να πάρω το δίπλωμα του εργοδηγού, που και το πήρα. Εκεί γνώρισα και παντρεύτηκα την γυναίκα μου, η οποία ήταν ουκρανίδα, κάναμε 2 κορίτσια και 1 αγόρι.


Με τον νόμο του ΠΑΣΟΚ απο την στιγμή που βγήκε και μετά δεν εξαρτιόμασταν πλέον απο υπογραφές των αδελφών μας και της κυβέρνησης για να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας, έτσι γυρίσαμε νόμιμα πίσω στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαμε στην Κιβωτό Γρεβενών στο πατρικό μας τριόροφο σπίτι όπου και έχτισα με την επιστροφή μας. Αυτή τη στιγμή είμαι 89 χρονών, έχω κρατήσει επαφές με τους λίγους πλέον αντάρτες που απέμειναν και βαστάμε γερά!

Η συνεντεύξη είναι αληθινή με αληθινά γεγονότα απευθείας απο την σελίδα μας προς τον κύριο Χρήστο Παπαδόπουλο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου